διακριτέος

διακριτέος
masc/fem nom sg
διακριτέος
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακριτέα — διακριτέος neut nom/voc/acc pl διακριτέος neut nom/voc/acc pl διακριτέᾱ , διακριτέος fem nom/voc/acc dual διακριτέᾱ , διακριτέος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) διακριτής official in charge of revision of arrears of taxation masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακριτέον — διακριτέος masc/fem acc sg διακριτέος neut nom/voc/acc sg διακριτέος masc acc sg διακριτέος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακριτέοι — διακριτέος masc/fem nom/voc pl διακριτέος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.